top of page

ραχάτι | rahat

 

relax /AR/

 

ραχάτι το [raháti]: (προφ.) η κατάσταση εκείνου που ραχατεύει, το να ραχατεύει κάποιος· ραχατλίκι· (πρβ. χουζούρι). (έκφρ.) κάνω ~, ραχατεύω. με το ~ μου, χωρίς βιασύνη και ένταση προσπάθειας· με την ησυχία μου, με το πάσο μου.

[τουρκ. rahat (αραβ. rāhat) -ι]

 

ραχάτι το [raháti]: the state of the one that overlooks, comfortable [turkey. rahat (Arabic rāhat) -i]

 

Source: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=ραχάτι&dq= Last Accessed: 11 Jan 2018

 

ρεζές | reze

 

hinge /TR/

 

ρεζές ο [rezés]: ο μεντεσές. [τουρκ. reze -ς]

 

ρεζές: the hinge. [turk. reze]

Source: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=ρεζές&dq= Last Accessed: 11 Jan 2018

 

ροζέτα | rozet

 

decorative frame /FR/

 

ροζέτα: διακοσμητική κορνίζα από γύψο ή ξύλο,η οποία καλύπτει τη βάση του φωτιστικού , για να μην φαίνονται οι καλωδιώσεις ή, σε περίπτωση μπαταρίας κουζίνας ή λουτρού, από μέταλλο καλύπτει την σύνδεση με το δίκτυο ύδρευσης.

 

ροζέτα: Decorative frame made of plaster or wood covering the base of the luminaire so that it does not show the wiring or, in the case of a kitchen or bathroom battery, metal covers the connection to the water supply network.

 

Source: Αγγελική Ι. Τριανταφύλλου, (2014). H μαστορική ορολογία της οικοδομικής. p.20.

 

bottom of page